Μετάφραση του "grumpy" σε Ελληνικά

Οι κακότροπος, γκρινιάρης, κακόκεφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grumpy" σε Ελληνικά.

grumpy adjective γραμματική

Unhappy and/or irritable, a word which is particularly applied to babies and children or adults who are acting childishly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακότροπος

    adjective

    unhappy and/or irritable

    He is always so grumpy, I don't blame the others.

    Είναι πάντα πολύ κακότροπος. Δεν κατηγορώ τους άλλους.

  • γκρινιάρης

    I guess that's why you were grumpy sometimes, grandpa.

    Υποθέτω ότι γι'αυτό ήσουν γκρινιάρης μερικές φορές, παππού.

  • κακόκεφος

    adjective masculine

    Hopefully you're feeling less grumpy and more trustful today.

    Ελπίζω να νιώθεις λιγότερο κακόκεφος και με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σήμερα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατσούφης
    • στριφνός
    • γρινιάρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grumpy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grumpy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη