Μετάφραση του "guiltless" σε Ελληνικά

Οι αθώος, αμέτοχος ευθυνών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "guiltless" σε Ελληνικά.

guiltless adjective γραμματική

Free from guilt; innocent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθώος

    adjective masculine

    Perhaps in the quiet of your room tonight, you might be able to help me prove him guiltless.

    Ίσως στην ησυχία του δωματίου σου απόψε, ίσως να μπορέσεις να με βοηθήσεις να αποδείξω πως είναι αθώος.

  • αμέτοχος ευθυνών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " guiltless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "guiltless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "guiltless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη