Μετάφραση του "guiltlessness" σε Ελληνικά
Το αθωότητα είναι η μετάφραση του "guiltlessness" σε Ελληνικά.
guiltlessness
noun
γραμματική
The state of being guiltless; innocence. [..]
-
αθωότητα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " guiltlessness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη