Μετάφραση του "gunman" σε Ελληνικά

Οι ληστής, ένοπλος, οπλοφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gunman" σε Ελληνικά.

gunman noun γραμματική

A (usually male) criminal armed with a gun, especially a professional killer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ληστής

    Noun

    Anybody would shoot you becomes the biggest gunman in the country.

    Ο καθένας θα σε πυροβολήσει για να γίνει ο μεγαλύτερος ληστής στη χώρα.

  • ένοπλος

    Adjective

    We don't yet know who the gunman may be or who the agent is.

    Δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιος μπορεί να είναι ο ένοπλος ή ο πράκτορας.

  • οπλοφόρος

    Because the assassin the deranged, obsessed tragically paranoid lone gunman is trying to kill you.

    Επειδή ο δολοφόνος ο τρελός, μανιακός παρανοικός, μοναχικός οπλοφόρος προσπαθεί να σκοτώσει εσένα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιστολάς
    • πιστολέρο
    • εκτελεστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gunman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gunman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη