Μετάφραση του "gunsight" σε Ελληνικά

Οι σκόπευτρο, στόχαστρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gunsight" σε Ελληνικά.

gunsight noun γραμματική

an optical instrument which establishes an optical line or axis for the purpose of aiming a weapon [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκόπευτρο

    noun neuter
  • στόχαστρο

    noun neuter

    A lot of people in this agency got their gunsights set for ol'Bill Peterson.

    Πολλοί άνθρωποι σε αυτή την υπηρεσία έχουν στο στόχαστρο τους τον Μπιλ Πήτερσον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gunsight " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gunsight"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gunsight" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη