Μετάφραση του "gunsmith" σε Ελληνικά
Οι οπλοποιός, οπλουργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gunsmith" σε Ελληνικά.
gunsmith
noun
γραμματική
a person skilled in the repair and servicing of firearms. [..]
-
οπλοποιός
noun masculineperson skilled in the repair and servicing of firearms
John's a good gunsmith and we may need more guns than words to build a future.
Ο Τζον είναι καλός οπλοποιός και μπορεί να χρειαστούμε περισσότερα όπλα από λόγια για να έχουμε μέλλον.
-
οπλουργός
noun masculineperson who repairs, modifies, designs, or builds firearms [..]
John, some gunsmith is trying a new idea with the Springfield rifle.
Τζών, ένας οπλουργός δουλεύει πάνω σε μια νέα ιδέα, για το τουφέκι Σπρίνγκφιλντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gunsmith " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη