Μετάφραση του "halting" σε Ελληνικά

Το διστακτικός είναι η μετάφραση του "halting" σε Ελληνικά.

halting adjective verb γραμματική

prone to pauses or breaks; hesitant; broken [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διστακτικός

    adjective masculine

    Their course was unsteady and halting, like that of a lame man.

    Η πορεία τους ήταν ασταθής και διστακτική, όπως το βάδισμα ενός κουτσού ανθρώπου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " halting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "halting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άλτ · ένας κακός εργάτης · αλτ · ανακόπτω · αναστέλλω · διακοπή · εμποδίζω · θέτω φραγμό, -ούς · μπλοκάρω · παύση · στάθμευση · στάση · σταθμεύω · σταμάτημα · σταματώ · χωλαίνω · χωλός
  • σταματώ · σταματώ να κινούμαι
  • Σταματώ, διακόπτω
  • συνθήκη αναστολής
  • Εξαιρετικά επιταχυνθείσες δοκιμές ζωής
  • σταματώ
  • παραλύω
  • κολλάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "halting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη