Μετάφραση του "handicap" σε Ελληνικά

Οι εμπόδιο, μειονέκτημα, χάντικαπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά.

handicap verb noun γραμματική

(transitive) To encumber with a handicap in any contest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπόδιο

    noun neuter

    The absence of an agreement to interline may be a serious handicap for the airlines suffering from it.

    Η έλλειψη συμφωνίας διασύνδεσης μπορεί να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο για τις αεροπορικές εταιρείες.

  • μειονέκτημα

    noun neuter

    The type and extent of natural handicaps to be faced can vary greatly from region to region.

    Τα φυσικά μειονεκτήματα μπορεί να διαφέρουν από περιφέρεια σε περιφέρεια ως προς τη μορφή και την έκτασή τους.

  • χάντικαπ

    noun

    A handicap's a handicap and I'm gonna play under mine.

    Το χάντικαπ, είναι χάντικαπ και θα παίξω με το δικό μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελάττωμα
    • εμποδίζω
    • ισοζυγισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handicap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "handicap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη