Μετάφραση του "handicapped" σε Ελληνικά
Το ανάπηρος είναι η μετάφραση του "handicapped" σε Ελληνικά.
handicapped
adjective
noun
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of handicap. [..]
-
ανάπηρος
adjective masculineI mean, you don't want the other guy getting all the attention while you're just watching handicapped.
Εννοώ, δε θες ο άλλος τύπος να πάρει όλη την προσοχή ενώ εσύ απλά κοιτάς σαν ανάπηρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handicapped " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "handicapped"
Φράσεις παρόμοιες με "handicapped" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελάττωμα · εμποδίζω · εμπόδιο · ισοζυγισμός · μειονέκτημα · χάντικαπ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη