Μετάφραση του "handlock" σε Ελληνικά
Το χειροπέδη είναι η μετάφραση του "handlock" σε Ελληνικά.
handlock
noun
shackle that consists of a metal loop that can be locked around the wrist; usually used in pairs
-
χειροπέδη
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handlock " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη