Μετάφραση του "hardwired" σε Ελληνικά
Το συρματωμένος, συνδεδεμένος είναι η μετάφραση του "hardwired" σε Ελληνικά.
hardwired
adjective
γραμματική
(electronics) Designed to perform a specific task. [..]
-
συρματωμένος, συνδεδεμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hardwired " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη