Μετάφραση του "hardworking" σε Ελληνικά

Οι εργατικός, δουλευταράς, φιλόπονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hardworking" σε Ελληνικά.

hardworking adjective γραμματική

Of a person, taking their work seriously and doing it well and rapidly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργατικός

    adjective masculine

    He was hardworking and had a lot of respect from the guys.

    Ήταν εργατικός και είχε μεγάλο σεβασμό από τα παιδιά.

  • δουλευταράς

    adjective

    He's eager and hardworking and never complains and every night I dream of drowning him.

    Είναι πρόθυμος, δουλευταράς δεν παραπονιέται και κάθε βράδυ ονειρεύομαι ότι τον πνίγω.

  • φιλόπονος

    Our hardworking brothers and sisters did it in just two months!

    Οι φιλόπονοι αδελφοί και αδελφές μας τα κατάφεραν σε δύο μόλις μήνες!

  • επιμελής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hardworking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hardworking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη