Μετάφραση του "help" σε Ελληνικά

Οι βοήθεια, βοηθώ, βοηθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "help" σε Ελληνικά.

help interjection verb noun γραμματική

(countable) A person employed to help in the maintenance of a house. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοήθεια

    noun feminine

    cry of distress [..]

    I don't need your help, but you need mine.

    Εγώ δεν χρειάζομαι τη βοήθειά σας, αλλά εσείς χρειάζεστε τη δική μου βοήθεια.

  • βοηθώ

    verb

    intransitive: provide assistance [..]

    Tom is the only one who can help you now.

    Ο Θωμάς είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σε βοηθήσει τώρα.

  • βοηθός

    noun m;f masculine;feminine

    person or persons who provides assistance with some task [..]

    Tom doesn't have to help Mary.

    Ο Τομ δεν μπορεί να βοηθά τη Μαίρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντρέχω
    • βοηθάω
    • αρωγή
    • διευκολύνω
    • θεραπεία
    • μερίδα φαγητού
    • σερβίρισμα
    • συντελώ
    • οικιακή βοηθός
    • συνδρομή
    • σερβίρω
    • συνδράμω
    • παρέχω βοήθεια
    • συμβάλλω σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " help " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Help

A UI element that provides access to online Help or other forms of user assistance.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βοηθώ, βοήθεια

HeLP
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βοήθειας

    Extraordinary and exceptional help should be considered in these precise cases.

    Σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο έκτακτης και κατ' εξαίρεση βοήθειας.

Εικόνες με "help"

Φράσεις παρόμοιες με "help" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "help" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη