Μετάφραση του "helpful" σε Ελληνικά

Οι εξυπηρετικός, χρήσιμος, πρόθυμος να προσφέρει βοήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helpful" σε Ελληνικά.

helpful adjective γραμματική

Furnishing help; giving aid; useful. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξυπηρετικός

    adjective masculine

    A helpful gentleman identified your company as the one who paid to have it sent.

    Ένας εξυπηρετικός κύριος αναγνώρισε την εταιρεία σας ως εκείνη που πλήρωσε για να σταλεί αυτό.

  • χρήσιμος

    adjective masculine

    It won't be very helpful later on if we don't teach her how to lose.

    Δεν θα είναι πολύ χρήσιμη αργότερα, αν δεν της διδάξει πώς να χάσουν.

  • πρόθυμος να προσφέρει βοήθεια

  • βοηθητικός

    adjective

    And you guys are gonna need help, and I'm a helpful guy.

    Και θα χρειαστείτε βοήθεια, και εγώ είμαι πολύ βοηθητικός τύπος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " helpful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "helpful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρωγή · βοήθεια · βοηθάω · βοηθός · βοηθώ · διευκολύνω · θεραπεία · μερίδα φαγητού · οικιακή βοηθός · παρέχω βοήθεια · σερβίρισμα · σερβίρω · συμβάλλω σε · συνδράμω · συνδρομή · συντελώ · συντρέχω
  • γυναίκα · οικιακή βοηθός
  • μικρές αγγελίες
  • βοηθητικό ρήμα
  • Κέντρο βοήθειας
  • βοήθεια · μερίδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "helpful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη