Μετάφραση του "hesitance" σε Ελληνικά

Το δισταγμός είναι η μετάφραση του "hesitance" σε Ελληνικά.

hesitance noun γραμματική

The act or state of hesitating. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δισταγμός

    noun

    Even that hesitation proves that the demon is not in you.

    Ακόμη και αυτός ο δισταγμός αποδεικνύει ότι ο δαίμονας δεν είναι μέσα σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hesitance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hesitance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διστάζω · κομπιάζω · κοντοστέκομαι · παύω για λίγο · σταματώ · ψευδίζω
  • άδηλος · αβέβαιος · διστακτικός
  • δειλιάζω
  • επιφυλακτικότητα απέναντι στoν εμβολιασμό · επιφυλακτικότητα απέναντι στα εμβόλια
  • διστάζω
  • αναποφάσιστος
  • ταλαντευόμενος
  • αμφιταλάντευση · αναποφασιστικότητα · δισταγμός · διστακτικότητα · ενδοιασμός · κόμπιασμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hesitance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη