Μετάφραση του "hesitating" σε Ελληνικά
Το ταλαντευόμενος είναι η μετάφραση του "hesitating" σε Ελληνικά.
hesitating
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of hesitate. [..]
-
ταλαντευόμενος
He collects La Pléiade editions, but I'm hesitating between Hemingway, Rimbaud and Gide.
Συλλέγει τις εκδόσεις Pleiade αλλά ταλαντεύομαι μεταξύ Hemingway, Rimbaud και Gide.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hesitating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hesitating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διστάζω · κομπιάζω · κοντοστέκομαι · παύω για λίγο · σταματώ · ψευδίζω
-
άδηλος · αβέβαιος · διστακτικός
-
δειλιάζω
-
επιφυλακτικότητα απέναντι στoν εμβολιασμό · επιφυλακτικότητα απέναντι στα εμβόλια
-
διστάζω
-
αναποφάσιστος
-
αμφιταλάντευση · αναποφασιστικότητα · δισταγμός · διστακτικότητα · ενδοιασμός · κόμπιασμα
-
αναποφασιστικότητα · δισταγμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη