Μετάφραση του "hijacking" σε Ελληνικά

Οι αεροπειρατεία, απαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hijacking" σε Ελληνικά.

hijacking noun verb γραμματική

Present participle of hijack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροπειρατεία

    noun feminine

    A situation has come up regarding the hijacked plane.

    Έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση σε σχέση με την αεροπειρατεία.

  • απαγωγή

    noun feminine

    The prevailing theory was that the hijacking was a cover for the acquisition and sale of classified intelligence.

    Η κυρίαρχη θεωρία... είναι ότι η απαγωγή ήταν κάλυψη για την απόκτηση και την πώληση μυστικών πληροφοριών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hijacking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hijacking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αεροπειρατής
  • αεροπειρατής
  • αεροπειρατία
  • απάγω · καταλαμβάνω
  • -πειρατεία · αεροπειρατεία · απάγω · αρπάζω · κάνω αεροπειρατεία · καταλαμβάνω · κλέβω · κουρσεύω · λεηλατώ · ληστεύω · πειρατεία · πειρατεύω · υφαρπάζω
  • Αεροπειρατεία
  • -πειρατεία · αεροπειρατεία · απάγω · αρπάζω · κάνω αεροπειρατεία · καταλαμβάνω · κλέβω · κουρσεύω · λεηλατώ · ληστεύω · πειρατεία · πειρατεύω · υφαρπάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hijacking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη