Μετάφραση του "hoofed" σε Ελληνικά

Το οπληφόρος είναι η μετάφραση του "hoofed" σε Ελληνικά.

hoofed adjective verb γραμματική

Having a hoof. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπληφόρος

    adjective masculine

    having a hoof

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoofed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hoofed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νύχι · οπλή · χηλή
  • αφθώδης πυρετός
  • σχιστή οπλή
  • μονώνυχα ζώα · οπληφόρο θηλαστικό
  • χορός με έμφαση στα βήματα
  • νύχι · οπλή · χηλή
  • νύχι · οπλή · χηλή
  • νύχι · οπλή · χηλή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoofed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη