Μετάφραση του "hook" σε Ελληνικά

Οι άγκιστρο, γάντζος, αγκίστρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hook" σε Ελληνικά.

hook verb noun γραμματική

A rod bent into a curved shape, typically with one end free and the other end secured to a rope or other attachment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγκιστρο

    noun neuter

    software feature [..]

    The big man fights the small man with the hook.

    Ο μεγάλος άντρας παλεύει με τον μικρό άντρα με το άγκιστρο.

  • γάντζος

    noun masculine

    rod bent into a curved shape [..]

    So like the bones, the hook is a source of his power.

    Όπως τα όστά έτσι και ο γάντζος είναι πηγή της δύναμής του.

  • αγκίστρι

    noun masculine neuter

    fishhook [..]

    You're like a worm on a hook, wiggling around thinking you might get off.

    Eίσαι σαν σκουλήκι στο αγκίστρι, σκέφτεσαι πώς θα ξεφύγεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγκιστρώνω
    • γαντζώνω
    • δέλεαρ
    • δόκανο
    • κοτσάρω
    • παγίδα
    • πιάνω
    • ρεβέρσα
    • γαντζώνομαι
    • άγγιστρο
    • αισχροκερδώ
    • τσεκουρώνω
    • υπερχρεώνω
    • χαρατσώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hook " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hook

Hook (film)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άγκιστρο

    Hook size bigger than 3,95 cm length and 1,65 cm width

    Άγκιστρο μεγέθους μεγαλύτερου από 3,95 cm μήκος και 1,65 cm πλάτος

Εικόνες με "hook"

Φράσεις παρόμοιες με "hook" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hook" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη