Μετάφραση του "hop" σε Ελληνικά

Οι λυκίσκος, λυκίσκοι, χοροπηδώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hop" σε Ελληνικά.

hop verb noun γραμματική

A jump on one leg. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυκίσκος

    noun masculine

    the plant whose flowers are used in brewing

    A quality policy is being pursued throughout the Union as regards products of the hops sector.

    Σε ολόκληρη την Ένωση επιδιώκεται πολιτική ποιότητας όσον αφορά τα προϊόντα στον τομέα του λυκίσκου.

  • λυκίσκοι

    noun masculine m-p

    (plural) flowers of the hop plant [..]

    The hops are supremely elegant but with a mineral quality which gives backbone and structure to the beers.

    Οι λυκίσκοι προσφέρουν εξαιρετικά λεπτή γεύση αλλά με μια μεταλλική χροιά που προσδίδει μεστότητα και δομή στις μπίρες.

  • χοροπηδώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπήδημα
    • κάνω μικρά πηδήματα
    • πηδώ
    • σκίρτημα
    • σκιρτώ
    • πήδημα
    • αναπηδώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hop
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βήμα, άλμα, ραδιοβήμα

  • Λυκίσκος

Εικόνες με "hop"

Φράσεις παρόμοιες με "hop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη