Μετάφραση του "hops" σε Ελληνικά

Οι λυκίσκος, Λυκίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hops" σε Ελληνικά.

hops verb noun

Plural form of hop. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυκίσκος

    noun masculine

    A quality policy is being pursued throughout the Union as regards products of the hops sector.

    Σε ολόκληρη την Ένωση επιδιώκεται πολιτική ποιότητας όσον αφορά τα προϊόντα στον τομέα του λυκίσκου.

  • Λυκίσκος

    female flowers of Humulus lupulus

    Hops (dried), including hop pellets and unconcentrated powder

    Λυκίσκος (αποξηραμένος) συμπεριλαμβανομένων δισκίων λυκίσκου και μη συμπυκνωμένης σκόνης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hops " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hops" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hops" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη