Μετάφραση του "icing" σε Ελληνικά
Οι γλάσο, γλασάρισμα, ξηροπαγωνιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "icing" σε Ελληνικά.
icing
noun
verb
γραμματική
A sweet glaze made primarily of sugar and often flavored, typically used for baked goods; frosting. [..]
-
γλάσο
noun neuterA sweet glaze used for baked goods
I have no idea why he put an icing bag in his mouth.
Δεν έχω ιδέα γιατί έβαλε ένα κορνέ με γλάσο στο στόμα του.
-
γλασάρισμα
But who am I to argue with icing?
Αλλά ποιος είμαι εγώ να διαφωνώ με το γλασάρισμα;
-
ξηροπαγωνιά
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στρώμα πάγου
- υαλόπαγος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " icing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "icing"
Φράσεις παρόμοιες με "icing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σοδα παγωτο
-
παγωτατζής
-
Σύστημα βιομηχανικού ελέγχου
-
Γραμμικό IC
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη