Μετάφραση του "identify" σε Ελληνικά

Οι αναγνωρίζω, ταυτίζω, προσδιορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identify" σε Ελληνικά.

identify verb γραμματική

(transitive) To establish the identity of someone or something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγνωρίζω

    verb

    She's learned to identify every man by his mark.

    'Εμαθε να αναγνωρίζει τον καθένα απ'το σημάδι του.

  • ταυτίζω

    verb

    The doctor says, uh, victims sometimes identify with their abusers.

    Ο γιατρός είπε, ότι τα θύματα μερικές φορές ταυτίζονται με τους θύτες του.

  • προσδιορίζω

    The submitted study concerning the attribution of costs does not identify sufficiently that portion.

    Η υποβληθείσα μελέτη όσον αφορά την κατανομή των εξόδων δεν επαρκεί για να προσδιοριστεί το εν λόγω μέρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιγράφω
    • εντοπίζω
    • διαπιστώνω
    • καθορίζω
    • διακρίνω
    • κατονομάζω
    • εξακριβώνω
    • ταυτίζομαι
    • αυτοπροσδιορίζομαι
    • συνδέω
    • φανερώνω
    • ταυτοποιώ
    • παρουσιάζομαι (ως)
    • προδίδω
    • σηματοδοτώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " identify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "identify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "identify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη