Μετάφραση του "identity" σε Ελληνικά
Οι ταυτότητα, μονάδα, χαρακτήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identity" σε Ελληνικά.
(algebra, computing) Any function which maps all elements of its domain to themselves. [..]
-
ταυτότητα
noun femininename or persona [..]
Such a detailed picture that you could steal somebody's identity.
Τόσο καλή εικόνα που μπορείς να του κλέψεις την ταυτότητα.
-
μονάδα
noun feminine- secondary sedimentation in two identical circular settling basins with scrapers,
- δευτεροβάθμια καθίζηση σε δύο όμοιες μονάδες κυκλικών δεξαμενών καθίζησης με ξέστρα,
-
χαρακτήρας
nounThe handwriting on the card is identical to that on the photograph.
Ο γραφικός χαρακτήρας είναι ίδιος με αυτόν στη φωτογραφία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπόσταση
- οντότητα
- ταυτοσημία
- -ότητα
- Αλγεβρικές ταυτότητες
- προσωπικός χαρακτήρας
- στίγμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " identity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ταυτότητα
Identity of relevant combustion products in cases of fire
Ταυτότητα των σχετικών προϊόντων καύσεως σε περίπτωση πυρκαϊάς
Φράσεις παρόμοιες με "identity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελληνικότητα
-
Διεθνής / Ατομική ταυτότητα κινητού συνδρομητή
-
Διαδοχικά πανομοιότυπα ψηφία
-
Ταυτότητα σταθερού ραδιοτμήματος
-
Πολιτισμική ταυτότητα · πολιτιστική ταυτότητα