Μετάφραση του "idler" σε Ελληνικά
Οι αργόσχολος, τεμπέλης, άεργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idler" σε Ελληνικά.
idler
noun
adjective
γραμματική
One who idles; one who spends his time in inaction. [..]
-
αργόσχολος
adjectiveNo son of mine will ever be an idler.
Δεν ήθελα ο γιος μου να είναι αργόσχολος.
-
τεμπέλης
adjective -
άεργος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γλεντζές
- ξεφαντωτής
- σουλατσαδόρος
- χασομέρης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " idler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "idler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κυλινδρική ράβδος μεταφορικού ιμάντα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη