Μετάφραση του "idling" σε Ελληνικά
Οι τεμπελιά, αδράνεια, απραξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idling" σε Ελληνικά.
idling
noun
verb
γραμματική
Present participle of idle. [..]
-
τεμπελιά
nounBehind the insurmountable power of lions lies their capacity for idleness.
Πίσω από την ανυπέρβλητη δύναμη των λιονταριών βρίσκεται η ικανότητά τους για τεμπελιά.
-
αδράνεια
nounBusiness will create jobs, which will reduce the sinfulness that comes with poverty and idle hands.
H επιχείρηση θα φέρει δουλειές, κι αυτό θα μειώσει τις αμαρτίες που προκαλεί η φτώχεια και η αδράνεια.
-
απραξία
nounHence l should yield myself to idleness sparing myself and all my senses, too.
Ως εκ τούτου θα πρέπει να παραδοθώ στην απραξία μου απαλλάσοντας εμένα και όλα τα συναισθήματά μου.
-
καθισιό
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " idling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "idling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· άεργος · άκαρπος · άνεργος · άχρηστος · αδρανής · αδρανώ · ανώφελος · αργός · αργόσχολος · δουλεύω στο ρελαντί · κοπροσκυλιάζω · μάταιος · οκνηρός · περνώ άσκοπα τον καιρό μου · ρελαντί · τεμπέλης · τεμπελιάζω · φυγόπονος · χασομερώ
-
κατάσταση ηρεμίας
-
Γλώσσα ορισμού διεπαφής
-
Απραξία · αδράνεια · ανεργία · απραξία · αργία · καθισιό · τεμπελιά · τεμπελιό · χασομέρι
-
αναστολή λειτουργίας λόγω αδράνειας
-
φυγοπονώ
-
αργία μήτηρ πάσης κακίας
-
Σε ηρεμία, αδρανής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη