Μετάφραση του "immediate" σε Ελληνικά

Οι άμεσος, άμεση, άμεσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immediate" σε Ελληνικά.

immediate adjective γραμματική

happening right away, instantly, with no delay [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμεσος

    adjective masculine

    without delay

    If an immediate risk to the consumer is established, an Alert notification is issued.

    Εάν διαπιστωθεί άμεσος κίνδυνος για τον καταναλωτή, εκδίδεται κοινοποίηση προειδοποίησης.

  • άμεση

    adjective feminine

    without delay

    In view of the rate at which events are developing this Regulation must enter into force immediately.

    Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

  • άμεσο

    adjective neuter

    without delay

    In view of the rate at which events are developing this Regulation must enter into force immediately.

    Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

  • έγκαιρος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immediate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Immediate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άμεσος

    Option 3: Immediate modernisation through replacing Annex IV by the ISCO nomenclature as last revised by 2008?

    Επιλογή 3: Άμεσος εκσυγχρονισμός μέσω αντικατάστασης του παραρτήματος IV με την ονοματολογία ISCO, όπως αναθεωρήθηκε τελευταία το 2008;

Φράσεις παρόμοιες με "immediate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άμεση επιλογή
  • αμεσότητα
  • άμεσο ερώτημα
  • άμεσα · ακαριαίος · αμέσως · αμελλητί · αυθωρί · αυθωρεί · αὐθωρεί · ευθύς · πάραυτα
  • Είμαι εκτός, άμεσα
  • ακαριαίο θάνατο
  • άμεσα · ακαριαίος · αμέσως · αμελλητί · αυθωρί · αυθωρεί · αὐθωρεί · ευθύς · πάραυτα
  • άμεσα · ακαριαίος · αμέσως · αμελλητί · αυθωρί · αυθωρεί · αὐθωρεί · ευθύς · πάραυτα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immediate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη