Μετάφραση του "immediately" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, άμεσα, ακαριαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immediately" σε Ελληνικά.

immediately adverb conjunction γραμματική

In an immediate manner; instantly or without delay. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    in an immediate manner [..]

    Upon request by the prospective licensee under the open license, that licence will take immediate effect.

    Κατόπιν αιτήσεων του μελλοντικού δικαιοδόχου στο πλαίσιο της ανοικτής άδειας εκμετάλλευσης, η άδεια τίθεται αμέσως σε ισχύ.

  • άμεσα

    adverb

    Portable extinguishers which have been discharged shall be immediately recharged or replaced with an equivalent unit.

    Οι φορητοί πυροσβεστήρες που έχουν εκκενωθεί θα αναγομώνονται άμεσα ή θα αντικαθίστανται από ισοδύναμη μονάδα.

  • ακαριαίος

    adjective

    When death is not immediate the victim will instinctively curl up into a fetal position.

    Όταν ο θάνατος δεν είναι ακαριαίος το θύμα διπλώνεται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυθωρεί
    • πάραυτα
    • ευθύς
    • αμελλητί
    • αυθωρί
    • αὐθωρεί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immediately " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immediately" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immediately" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη