Μετάφραση του "immigrate" σε Ελληνικά
Οι μεταναστεύω, αποδημώ, αποικίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immigrate" σε Ελληνικά.
immigrate
verb
γραμματική
(intransitive) To move into another country to stay there permanently. [..]
-
μεταναστεύω
verbIn fact, people from several worlds have chosen to immigrate here, seeking refuge from the Wraith.
Πολλοί άνθρωποι έχουν μεταναστεύει εδώ για να προστατευτούν από τους Ρέηθ.
-
αποδημώ
verb -
αποικίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μετοικίζω
- μετοικώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " immigrate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "immigrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιβολή του νόμου περί μετανάστευσης
-
Υπηρεσία Ελέγχου Μετανάστευσης και Τελωνείων τών ΗΠΑ
-
μετανάστης
-
Μετανάστευση · είσοδος μεταναστών · μετανάστευση
-
μετανάστευση και πολιτική
-
παράνομη μετανάστευση
-
αντιμεταναστευτικός · κατά τής μετανάστευσης · πολέμιος τής μετανάστευσης
-
λαθρομετανάστης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη