Μετάφραση του "imminent" σε Ελληνικά
Οι επικείμενος, άμεσος, διαφαινόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imminent" σε Ελληνικά.
imminent
adjective
γραμματική
about to happen, occur, or take place very soon, especially of something which won't last long. [..]
-
επικείμενος
adjective particle masculineabout to happen, occur, or take place very soon [..]
The objective of this measure was therefore to tackle the imminent saturation of the airport's airside areas.
Σκοπός του μέτρου ήταν να αντιμετωπιστεί ο επικείμενος κορεσμός των θέσεων αεροσκαφών του αερολιμένα.
-
άμεσος
adjective -
διαφαινόμενος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- είναι θέμα χρόνου
- που καταφθάνει
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imminent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Imminent
-
Επικείμενος
Imminent death, for example.
Επικείμενος θάνατος, ας πούμε.
Φράσεις παρόμοιες με "imminent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επικείμενη μεταγωγή
-
επικείμενη συμφόρηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη