Μετάφραση του "immobilization" σε Ελληνικά

Το ακινητοποίηση είναι η μετάφραση του "immobilization" σε Ελληνικά.

immobilization noun

The act or process of preventing a thing from moving. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακινητοποίηση

    noun

    Where safety so requires, a parking device must be provided to render stationary machinery immobile.

    Εφόσον απαιτείται, για λόγους ασφάλειας, η διαρκής ακινητοποίηση της μηχανής πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω συστήματος στάθμευσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immobilization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immobilization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immobilization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη