Μετάφραση του "immoderate" σε Ελληνικά

Οι υπερβολικός, υπέρμετρος, υπέρμετροσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immoderate" σε Ελληνικά.

immoderate adjective γραμματική

excessive or lacking, not consistent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερβολικός

    adjective masculine

    There is an immoderate zeal for education.

    Υπάρχει έvας υπερβολικός ζήλος για εκπαίδευση.

  • υπέρμετρος

    adjective masculine
  • υπέρμετροσ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immoderate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immoderate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη