Μετάφραση του "immortally" σε Ελληνικά

Οι αιωνίως, αιώνια, απείρως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immortally" σε Ελληνικά.

immortally adverb γραμματική

In an immortal manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιωνίως

  • αιώνια

    adjective adverb
  • απείρως

    (καθ.)
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πάντα
    • πάντοτε
    • παντοτινά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immortally " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immortally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απαθανατίζω · διαιωνίζω · καθιστώ αθάνατο
  • Αθανασία · αθανασία
  • άφθαρτος · αθάνατē · αθάνατη · αθάνατο · αθάνατοι · αθάνατος · ακατάλυτος · θείο · θεός · θεότητα
  • βιολογική αθανασία
  • άφθαρτος · αθάνατē · αθάνατη · αθάνατο · αθάνατοι · αθάνατος · ακατάλυτος · θείο · θεός · θεότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immortally" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη