Μετάφραση του "immovable" σε Ελληνικά

Οι ακίνητος, αμετακίνητος, αμετατόπιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immovable" σε Ελληνικά.

immovable adjective noun γραμματική

Incapable of being physically moved; fixed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακίνητος

    adjective

    any immovable retail premises where the trader carries out his activity on a permanent basis; or

    κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης, όπου ο έμπορος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή

  • αμετακίνητος

    adjective masculine
  • αμετατόπιστος

    Adjective

    incapable of being physically moved

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασυγκίνητος
    • ακίνητη περιουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immovable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immovable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immovable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη