Μετάφραση του "impart" σε Ελληνικά

Οι μεταδίδω, δίνω, προσδίδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impart" σε Ελληνικά.

impart verb γραμματική

To give a part or share. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταδίδω

    verb

    communicate the knowledge of

    Follow as I impart ingenious insights of a custodial character.

    Ακολουθήστε καθώς μεταδίδω τις βαθιές γνώσεις του χαρακτήρα του φύλακα.

  • δίνω

    verb

    to give a part or share

    The long maturing time imparts a softer texture and a distinctly ‘fruity’ taste to the product.

    Η μακρόχρονη ωρίμαση δίνει στο προϊόν απαλότερη υφή και έντονη «φρουτώδη» γεύση.

  • προσδίδω

    verb

    In the case of greases, other ingredients imparting special properties may be included.

    Στην περίπτωση των γράσων είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται και άλλα συστατικά που προσδίδουν ειδικές ιδιότητες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοιράζω
    • γνωστοποιώ
    • συμβάλλω
    • ανακοινώνω
    • μεταβιβάζω
    • παρέχω
    • πληροφορώ
    • προσφέρω
    • υποβοηθώ
    • εκπέμπω
    • συντείνω
    • συντελώ
    • προικίζω, προσδίδω, μεταλαμπαδεύω, μεταδίδω γνώση, γνωστοποιώ, ξεσκεπάζω-φανερώνω την αλήθεια, αποκαλύπτω μυστικό
    • συνεργώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impart " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impart" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impart" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη