Μετάφραση του "impartial" σε Ελληνικά

Το αμερόληπτος είναι η μετάφραση του "impartial" σε Ελληνικά.

impartial adjective γραμματική

Treating all parties, rivals, or disputants equally; not partial; not biased; fair. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμερόληπτος

    adjective masculine

    The certification body shall be impartial in carrying out its activities.

    Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, ο φορέας πιστοποίησης θα είναι αμερόληπτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impartial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impartial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αμεροληψία · αντικειμενικότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impartial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη