Μετάφραση του "impel" σε Ελληνικά
Οι ωθώ, παροτρύνω, παρακινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impel" σε Ελληνικά.
impel
verb
γραμματική
(transitive) To urge a person; to press on; to incite to action or motion via intrinsic motivation. (contrast with propel, to compel or drive extrinsically) [..]
-
ωθώ
verbPerhaps it was destiny that impelled you to throw that knife, Turnbull.
Ίσως σε ώθησε το πεπρωμένο, να ρίξεις το μαχαίρι, Τέρνμπιλ.
-
παροτρύνω
verb -
παρακινώ
verbThat same spirit has also impelled many sincere people to conform to the Bible’s moral standards.
Το ίδιο πνεύμα έχει επίσης παρακινήσει πολλούς ειλικρινείς ανθρώπους να συμμορφωθούν με τους ηθικούς κανόνες της Γραφής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναγκάζω
- εξωθώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη