Μετάφραση του "impermeable" σε Ελληνικά
Οι αδιάβροχος, αδιαπέραστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impermeable" σε Ελληνικά.
impermeable
adjective
γραμματική
impossible to permeate [..]
-
αδιάβροχος
adjective masculinenot allowing passage of liquids
And this dense, impermeable shale provides the ideal lid that stops the carbon escaping upwards.
Κι αυτός ο πυκνός, αδιάβροχος αργιλικός σχιστόλιθος είναι το τέλειο καπάκι που εμποδίζει τον άνθρακα να αποδράσει προς τα πάνω.
-
αδιαπέραστος
adjective masculineimpossible to permeate
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impermeable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη