Μετάφραση του "impinge" σε Ελληνικά
Οι προσκρούω, εισβάλλω, καταπατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impinge" σε Ελληνικά.
impinge
verb
γραμματική
(transitive) To have an effect upon; to limit. [..]
-
προσκρούω
Verb" scare tactics " that impinge on their right to make this drivel in the first place.
" τακτικές εκφοβισμού " που προσκρούει στο δικαίωμά τους να λένε αυτές τις αερολογίες.
-
εισβάλλω
verb -
καταπατώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κτυπώ
- υπερβαίνω
- παραβαίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impinge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impinge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσκρουση
-
επαφή · πρόσκρουση
-
ευστοχώ
-
πρόσκρουση
-
επαφή · πρόσκρουση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη