Μετάφραση του "impinging" σε Ελληνικά

Οι επαφή, πρόσκρουση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impinging" σε Ελληνικά.

impinging verb noun

Present participle of impinge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαφή

    noun feminine

    This area shall not impinge on the extended test area A.

    Η περιοχή αυτή δεν θα έρχεται σε επαφή με την εκτεταμένη περιοχή δοκιμής Α.

  • πρόσκρουση

    noun

    It works by mechanical impingement and is velocity-dependent.

    Η λειτουργία του βασίζεται στη μηχανική πρόσκρουση και εξαρτάται από την ταχύτητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impinging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impinging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εισβάλλω · καταπατώ · κτυπώ · παραβαίνω · προσκρούω · υπερβαίνω
  • πρόσκρουση
  • ευστοχώ
  • εισβάλλω · καταπατώ · κτυπώ · παραβαίνω · προσκρούω · υπερβαίνω
  • πρόσκρουση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impinging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη