Μετάφραση του "impress" σε Ελληνικά

Οι εντυπωσιάζω, εντυπώνω, αποτύπωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impress" σε Ελληνικά.

impress verb noun γραμματική

(transitive) To affect (someone) strongly and often favourably [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντυπωσιάζω

    verb

    ''(transitive)'' affect (someone) strongly and often favourably [..]

    Here I am, 29 years old and really impressive to parents.

    Να'μαι, στα 29 μου κι ήδη εντυπωσιάζω τους γονείς.

  • εντυπώνω

    verb

    One dictionary defines “inculcate” as “to teach and impress by frequent repetitions or admonitions.”

    Ένα λεξικό ορίζει τη λέξη «ενσταλάζω» ως «διδάσκω και εντυπώνω με συνεχείς επαναλήψεις ή νουθεσίες».

  • αποτύπωμα

    noun neuter

    The impression in the wax, it's two fingers and a ring.

    Το αποτύπωμα στο κερί είναι δύο δάχτυλα και ένα δαχτυλίδι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επισημαίνω
    • συγκινώ
    • αποτυπώνω
    • θαμπώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impress " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impress" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη