Μετάφραση του "impressionable" σε Ελληνικά

Οι ευαίσθητος, ευεπηρέαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impressionable" σε Ελληνικά.

impressionable adjective noun γραμματική

Susceptible of impression; capable of receiving impressions; emotional. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαίσθητος

    adjective masculine

    Furthermore, he callously engaged the affections of an impressionable young girl, and finally, deliberately polluted my grounds on several occasions this summer.

    Επιπλέον, ο ασυγκίνητα ασχολούνται με τις παθήσεις ενός ευαίσθητος νεαρό κορίτσι, και τέλος, εσκεμμένα μολύνθηκε ο λόγος μου σε αρκετές περιπτώσεις αυτό το καλοκαίρι.

  • ευεπηρέαστος

    Adjective

    And because of this, we think he's young and impressionable, maybe even a student.

    Και γι'αυτό νομίζουμε ότι είναι νέος και ευεπηρέαστος, ίσως ακόμα και ένας φοιτητής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impressionable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impressionable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μεταϊμπρεσιονισμός
  • Ιμπρεσιονισμός · ιμπρεσσιονισμός
  • Ιμπρεσιονισμός · ιμπρεσιονισμός
  • Ιμπρεσιονισμός · ιμπρεσιονισμός
  • Ιμπρεσιονισμός · ιμπρεσιονισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impressionable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη