Μετάφραση του "improvable" σε Ελληνικά
Το αναβαθμίσιμος είναι η μετάφραση του "improvable" σε Ελληνικά.
improvable
adjective
Capable of being improved; susceptible of improvement; admitting of being made better; capable of cultivation, or of being advanced in good qualities. [..]
-
αναβαθμίσιμος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " improvable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "improvable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βελτιωμένη υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας
-
βελτίωση της αποτελεσματικότητας
-
Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας
-
τελειοποιώ
-
βελτίωση ποιότητας
-
εγγειοβελτιωτικό έργο
-
βελτίωση της στέγασης
-
βελτίωση του εδάφους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη