Μετάφραση του "improve" σε Ελληνικά

Οι βελτιώνω, βελτιώνομαι, βελτίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "improve" σε Ελληνικά.

improve verb γραμματική

(transitive) to make (something) better; to increase the value or productivity (of something) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βελτιώνω

    verb

    to make something better

    Has the new coach improved the team's quality?

    Έχει βελτιώσει την ποιότητα της ομάδας ο νέος προπονητής;

  • βελτιώνομαι

    verb

    to become better

    Wes and Fred said my condition is improving, though.

    Ο Γουές και η Φρεντ λένε ότι βελτιώνομαι.

  • βελτίωση

    noun feminine

    However, we should also focus on improving regulations in the global market.

    Πρέπει επίσης να εργασθούμε με προσήλωση στον στόχο μας για τη βελτίωση των κανόνων της παγκόσμιας αγοράς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καλυτερεύω
    • ανακαινίζω
    • ανορθώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " improve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Improve
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βελτιώνω

    Has the new coach improved the team's quality?

    Έχει βελτιώσει την ποιότητα της ομάδας ο νέος προπονητής;

Φράσεις παρόμοιες με "improve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "improve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη