Μετάφραση του "inalienable" σε Ελληνικά

Οι αναπαλλοτρίωτος, αναφαίρετος, απαραβίαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inalienable" σε Ελληνικά.

inalienable adjective γραμματική

Incapable of being alienated, surrendered, or transferred to another; not alienable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπαλλοτρίωτος

    Adjective

    In this area, Mr President, the role of the European Parliament as the House representing citizens is inalienable.

    Σε αυτόν τον τομέα, κύριε Πρόεδρε, ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως οργάνου εκπροσώπησης των πολιτών είναι αναπαλλοτρίωτος.

  • αναφαίρετος

    Adjective masculine

    incapable of being alienated, surrendered, or transferred to another; not alienable

  • απαραβίαστος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inalienable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inalienable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inalienable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη