Μετάφραση του "inaugurate" σε Ελληνικά

Οι εγκαινιάζω, εγκαθιστώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inaugurate" σε Ελληνικά.

inaugurate adjective verb γραμματική

(transitive) To induct into office with a formal ceremony. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκαινιάζω

    verb

    to dedicate ceremoniously

    I inaugurate my new plant.

    Εγκαινιάζω το νέο μου εργοστάσιο.

  • εγκαθιστώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inaugurate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inaugurate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inaugurate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη