Μετάφραση του "inborn" σε Ελληνικά

Οι αβίαστος, εγγενής, έμφυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inborn" σε Ελληνικά.

inborn adjective γραμματική

innate, possessed by an organism at birth [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβίαστος

    adjective
  • εγγενής

    adjective

    That inborn craving to gauge your capabilities through conflict.

    Εκείνος ο εγγενής πόθος να μετρήσεις τις ικανότητές σου μέσω μιας σύγκρουσης.

  • έμφυτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inborn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inborn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inborn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη