Μετάφραση του "incarcerate" σε Ελληνικά

Οι φυλακίζω, φυλακίσει, εγκλείω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incarcerate" σε Ελληνικά.

incarcerate verb γραμματική

To lock away; to imprison, especially for breaking the law. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακίζω

    verb

    to confine [..]

    I'm responsible for the people incarcerated on this vessel.

    Είμαι υπεύθυνος για όσους είναι φυλακισμένοι στο πλοίο.

  • φυλακίσει

    to lock away in prison

    He used me to escape his prison only to incarcerate me in my own.

    Με χρησιμοποίησε να δραπετεύσει απο την φυλακή του μόνο για να φυλακίσει εμένα.

  • εγκλείω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incarcerate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incarcerate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάθειρξη · περίσφιγξη · φυλάκιση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incarcerate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη