Μετάφραση του "incarnation" σε Ελληνικά

Οι ενσάρκωση, Ενσάρκωση, προσωποποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incarnation" σε Ελληνικά.

incarnation noun γραμματική

An incarnate being or form. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσάρκωση

    noun feminine

    state of being incarnated [..]

    You look as if you've been terrified into another and better incarnation.

    Φαίνεσαι σαν να ήσουν τρομοκρατημένη σε μια άλλη και καλύτερη ενσάρκωση.

  • Ενσάρκωση

    physical appearance, particularly of the divine

    You look as if you've been terrified into another and better incarnation.

    Φαίνεσαι σαν να ήσουν τρομοκρατημένη σε μια άλλη και καλύτερη ενσάρκωση.

  • προσωποποίηση

    noun feminine

    And they're the incarnation of all our memories, Mr. Taylor and all that we are.

    Και είναι η προσωποποίηση όλων των αναμνήσεών μας.

  • ενανθρώπηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incarnation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Incarnation proper noun

(Christianity) The doctrine that the second person of the Trinity assumed human form in the person of Jesus Christ and is fully divine and fully human. [..]

+ Προσθήκη

"Incarnation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Incarnation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "incarnation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενσαρκώνω
  • ενσαρκωμένος · ενσαρκώνω · ενσώματος · προσωποποιημένος · προσωποποιώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incarnation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη