Μετάφραση του "incidentally" σε Ελληνικά

Οι παρεμπιπτόντως, κατά τα άλλα, τυχαία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incidentally" σε Ελληνικά.

incidentally adverb γραμματική

(manner) In an incidental manner; not of central or critical importance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμπιπτόντως

    Masters of fishing vessels shall promptly release seabirds incidentally caught in fishing gears.

    Οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών οφείλουν να ελευθερώνουν αμέσως τα θαλάσσια πτηνά που αλιεύονται παρεμπιπτόντως από αλιευτικά εργαλεία.

  • κατά τα άλλα

    adverb

    Incidentally, we should refrain from entering into debate on this issue at present.

    Κατά τα άλλα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να συζητήσουμε περισσότερο γι' αυτό.

  • τυχαία

    adverb

    Um, incidentally, I am a really good gifter.

    Εντελώς τυχαία, είμαι πολύ καλός στο να δίνω δώρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incidentally " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incidentally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παρεπόμενα έξοδα
  • αναπάντεχος · επουσιώδης · συμπτωματικό · συμπτωματικός · τυχαίο · τυχαίος
  • περιστασιακή ρύπανση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incidentally" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη